ὁδ.Τσόχα 39 - Ἀμπελόκηποι Μετόχιον τῆς Ἱ.Μονῆς Πετράκη

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Η Επανάσταση του '21


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ 1821





ΕΝΣΑΡΚΩΣΙΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΤΗΣ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΕΩΣ, ΤΗΣ  ΑΥΤΟΘΥΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΕΒΕΝΤΙΑΣ.



Δέν εἶναι τυχαῖον τό γεγονός ὅτι, ὡς ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, ὁρίζεται ἡ 25η Μαρτίου, ἡ ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἡ ἡμέρα κατά τήν ὁποίαν ὁ Θεός εὐαγγελίζεται τήν ἀπελευθέρωσι τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους ἀπό τήν πραγματική δουλεία τῶν ἀνθρώπων στήν ἁμαρτία, στά βρωμερά μας Πάθη, στό Θάνατο. Δεδομένου ὄντος ὅτι «ὁ ἐλεύθερος παθῶν, (εἶναι) ὄντως ἐλεύθερος».


Τετρακόσια(400) ὁλόκληρα Χρόνια ἡ Ρωμιοσύνη στέναζε κάτω ἀπό τόν ἐπώδυνο Τουρκικό ζυγό. Ἡ ἔνδοξη Ἑλληνική ἱστορία, σκόπιμα, σήμερα παραχαράσεται, διαστρέφεται. Ὑπάρχουν, δυστυχῶς,  καί σήμερα, Γραικύλοι, Ἐφιάλτες, Πήλιο-Γούσηδες, Ἰοῦδες, δοσίλογοι, προδότες, πού, χωρίς ντροπή, συνεργάζονται μέ τούς ἐχθρούς τῆς Πατρίδος, «ἀντί πινακίου φακῆς» ἤ «ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων» καί διαστρέφουν τήν Ἱστορία μας. Ὑπάρχει ὅμως γραμμένη, μέ τό αἷμα τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 1821, καί δέν ξεγράφεται, καί καλόν εἶναι ἡ Νέα Γενιά, νά μελετᾶ μέ προσοχή τήν πραγματική ἔνδοξη Ἱστορία, γιά νά γνωρίσῃ ὅλα τά ἀνατριχιαστικά μαρτύρια καί τίς Θυσίες τῶν ραγιάδων, τετρακόσια ὁλόκληρα χρόνια,



Καί ἦταν ὅλα σιωπηλά,

Γιατί τἄσκιαζε ἡ φοβέρα,

Καί τά πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

Εἶναι ἀνάγκη ἡ Νέα Γενιά νά μελετήσῃ τήν πραγματική Ἑλληνική Ἱστορία, γιά νά μάθῃ καί νά ἐκτιμήσῃ τήν Ἀλήθεια, Γιά νά μάθῃ ποιός κράτησε

ζωντανό τό Γένος σ’ αὐτά τά τετρακόσια χρόνια τῆς ἐπώδυνης σκλαβιᾶς. Σ’ αὐτήν τήν ἀνάρτησι δέν κάνουμε μάθημα Ἱστορίας, ἀλλ’ ἁπλῶς συνιστοῦμε μελέτη τῆς ἱστορίας πρός γνῶσιν καί συμμόρφωσιν. Διότι «ὄλβιος (εὐτυχής εἶναι) ὅστις τῆς Ἱστορίας ἔσχε μάθησιν» καί διότι, ἀναμφισβήτητα, ἡ ἱστορία εἶναι διδάσκαλος τῆς ζωῆς (Historia magistra vitae).

Εἶναι καιρός νά μάθῃ ἡ Νέα Γενιά ὅτι ἡ Ἑκκλησία, ἡ Ὀρθοδοξία, κράτησε στή ζωή τή Ρωμιοσύνη καί τετρακόσια χρόνια προετοίμαζε τόν ξεσηκωμό τοῦ Γένους.





Ἵδρυσε τό «Κρυφό Σχολειό», πού
λειτουργοῦσε καθ’ ὅλην τήν διάρκεια τῆς ἐπάρατης Τουρκοκρατίας.  Διατηροῦσε ζωντανή τή γλῶσσα καί τήν ἱστορική μνήμη, διότι ὁ λαός, πού δέν γνωρίζει τό παρελθόν του δέν μπορεῖ νά οἰκοδομήσῃ τό μέλλον του. Κράτησε ἀκμαῖο, ὑψηλό τό Θρησκευτικό καί τό Ἐθνικό φρόνημα τῶν ραγιάδων. Σύσσωμος  ὁ Κλήρος (Δεσποτάδες, Παπάδες, Καλόγεροι), δίδασκε, ἐνθάρρυνε, ἐνίσχυε τό Λαό, ἀψηφῶντας τούς κινδύνους.



Κήρυξε τήν ἔναρξι τῆς Ἐπαναστάσεως τήν 25ην  Μαρτίου τοῦ 1821 καί εὐλόγησε τόν ἀγῶνα, γιά τήν ἀποτίναξι τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ.
 Μετέτρεψε τά Μοναστήρια καί τίς Ἐκκλησιές ὄχι μόνον σέ ἀσφαλῆ  Νοσηλευτήρια τῶν λαβωμένων ἀγωνιστῶν, ἀλλά   καί σέ καταφύγιον ὅλων τῶν καταδιωκομένων.
 γνώριζε ἡ Ἐκκλησία ὅτι μοναδικά ὅπλα τῶν σκλαβωμένων ἦταν ἡ Πίστις στό Χριστό, ἡ Ἀγάπη στήν Πατρίδα καί τή Λευτεριά, τό θάρρος, ἡ τόλμη, ἡ σωφροσύνη, ἠ ἀνδρεία, μέ δυό λέξεις: «τό ἑλληνικό φιλότιμο», «ἡ ἑλληνική Λεβεντιά». Γι’  αὐτό ἀγκάλιασε τούς ἀγωνιστές. Γι’ αὐτό ἔλιωσε τά καντήλια, τά δισκοπότηρα, καί τά ἀφιερώματα καί τά ἔκαμε «βόλια», γιά τόν ἀγῶνα.
Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Εἰκοσιένα (1821) εἶναι ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ Πνεύματος τῆς αὐταπαρνήσεως, τῆς αὐτοθυσίας καί τῆς ἑλληνικῆς Λεβεντιᾶς.
Ἡ Ἐπανάστασις ἔγινε γιά νά σταματήσῃ ὁ ἐμπαιγμός, ἡ τυραννία, τό παιδομάζωμα, ὀ ἐξευτελισμός, ἡ καταφρόνια, ἡ ἀτίμωσις. Νά παύση νά βλασφημῆται ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ και νά μολύνονται τἄχραντα Μυστήρια, νά γκρεμίζονται οἱ Ἐκκλησιές καί νά μετατρέπονται σέ μιαρά προσκυνήματα τοῦ Μωάμεθ.
Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Εἰκοσιένα ἔγινε ὄχι μόνον, γιά
νά λυτρωθοῦμε ἀπό τή σωματική σκλαβιά, ἀπό τή  στέρησι καί τή σωματική κακοπάθεια, ἀλλά κυρίως ἔγινε γιά  τήν ὀρθόδοξη Πίστι μας στό Χριστό καί γιά τήν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος ὅτι «Οὐδέν γλύκιον Πατρίδος».



Οἱ ἀγωνιστές τοῦ Εἰκοσιένα μαζί μέ τόν ὕμνο στή Μεγαλόχαρη· «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια...»· συνθέτουν καί Νέον Ὕμνον, τό πολεμικόν ᾆσμα τοῦ 1821, πού αἰτιολογεῖ τόν ξεσηκωμό τῶν ραγιάδων, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν, καί μάλιστα χωρίς πολεμεφόδια:
«Γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστι τήν ἁγία
 καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερία
γι’ αὐτά τά δύο πολεμῶ
 κι’ ἄν δέν τά ἀποκτήσω,
τί μ’ ὠφελεῖ νά ζήσω;»

Πολεμοῦν γιά τήν Πίστι καί τή Λευτεριά. Γι’ ὅλους αὐτούς τούς τιμίους καί ἁγνούς ἀγωνιστές,                «Κάλλιο εἶναι μίας ὥρας ἐλεύθερη ζωή
               παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά καί φυλακή».
«Ὁ Γέρος τοῦ Μωριά», ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
διαπιστώνει τή σκληρή πραγματικότητα καί λέγει «Ὅ,τι κάμωμε  μονάχοι καί δέν ἔχομε ἐλπίδα καμμία ἀπό τούς ξένους».



Ἡ Ἑλλάδα, πού ἔθρεψε μέ τό γάλα της ὁλόκληρο τόν κόσμο καί φώτισε πάντα τά Ἔθνη, τώρα βαδίζει ὁλομόναχη, γιά τήν ἀνάκτησι τῆς Ἐλευθερίας της.
Αὐτή  τήν ἴδια διαπίστωσι κάνει καί ὁ Ἐθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, στόν ὕμνο εἰς τήν Ἐλευθερίαν (10), λέγων:
«Μοναχή τό δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή
Δέν εἶν’ εὔκολες οἱ θύρες
ἐάν ἡ χρεία τές κουρταλεῖ».
Ὁ Ἀρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καί μαζί του οἱ περισσότεροι ἀγωνιστές ξεκινοῦν τήν Ἐπανάστασι μέ μοναδικά ὅπλα τήν Πίστι στό Θεό καί τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα. Χαριτολογῶντας ὁ Γέρος τοῦ Μωριά ἔλεγε:


«Ἡμεῖς ἄν δέν εἴμεθα τρελλοί δέν θά ἐκάμαμεν τήν Ἐπανάστασι, διατί θά ἠθέλαμε συλλογισθῇ πρῶτον διά πολεμεφόδια...»
Ἀντλοῦν θάρρος ἀπό τήν Πίστι τους. Πολεμοῦν καί κινδυνεύουν τή ζωή τους «εἰς πόλεμον ἱερόν. Εἶναι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Πατρίδος». Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Εἰκοσιένα «εἶναι μάχη μεταξύ  εὐσεβείας καί ἀσεβείας, ἀληθείας καί ψεύδους, νόμου καί τυραννίας» (δές Ἀπομνημονεύματα).

            Τήν ἴδια πίστι καί τήν ἴδια ἀγάπη ἔχει καί
             ὁ Μακρυγιάννης.

Ὁ Κολοκοτρώνης προστάζει· «Νά κινηθοῦν ὅσοι βαστοῦν ἅρματα καί πιστεύουν στό Χριστό καί ἀγαποῦν τήν Πατρίδα». (Δές Τερτσέτη, Ἀπομν. Σελ.211):
«Ἥμεῖς δέν προσκυνοῦμεν..., γράφει στό Κεχαγιά. «Μόνον ἕνας Ἕλληνας νά μείνῃ, πάντα θά πολεμοῦμε καί μήν ἐλπίζῃς πώς τή γῆ μας θά τήν κάμῃς δική σου. Βγάλτο ἀπ’ τό νοῦ σου».
Καί σάν μια ψυχή,  Κλῆρος καί Λαός, μέ θαυμαστή Ὁμοψυχία παίρνουν τήν ἀπόφασι: «Ἐλευθερία ἤ Θάνατος». Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης λέγει χαρακτηριστικά: «Ἕλληνες πηγαίνετε εἰς τά σπίτια σας, μή ἔχετε κανένα φόβον, καί τοῦ Θεοῦ ἡ δύναμις θέλει τά οἰκονομήσῃ ὅλα».
«Ὁ κόσμος δέν εἶναι ἔρημος Θεοῦ. Διαλέγει κατοικίαν Του τήν καρδίαν τῶν ἐναρέτων, ραῒζεται τό ἀγγεῖο, συντρίβεται ὁ ἀλάβαστρος, ἀλλά τό θυμίαμα δέν ξεθυμαίνει, ζωογονεῖ ἄλλες καρδίες ἀνθρώπων, καί ἐπί τέλους τό Καλό θριαμβεύει» (Γ.Τερτσέτη- Πολυζωῒδη,  Ἀπομν. Κολοκοτρώνη, σέλ.268-9).
«Ἐβαπτίσθημεν μία φορά μέ τό λάδι, βαπτιζόμεθα καί ἄλλην μίαν μέ τό αἷμα διά τήν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος. Ἐλευθερία Πατρίδος εἰς τά χείλη του ἦτον Θρίαμβος Πίστεως».
«Μή μικροψυχοῦμε, ὁ Θεός ἔδωσε τήν ὑπογραφή Του διά τήν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος, δέν τήν παίρνει πίσω».
Μέ αὐτήν τήν Πίστιν ἀποτινάσσουν τόν τουρκικό ζυγό καί μεγαλουργοῦν.
Τά σοφά  λόγια τοῦ Κολοκοτρώνη βγαίνουν μέσ’ ἀπό τήν καρδιά του καί βασίζονται στίς Θυσίες καί τά αἵματα τῶν Ἡρώων τοῦ Εἰκοσιένα.



Καί πολύ σοφά, ὁ ἐθνικός μας ποιητής Κωστῆς Παλαμᾶς διακηρύττει ὅτι
«Ἡ μεγαλοσύνη στά Ἔθνη
δέν μετριέται μέ τό στρέμμα.
Μέ τῆς καρδιᾶς τό πύρωμα
Μετριέται καί μέ τό αἷμα».
Μεγαλουργοῦν καί  θριαμβεύουν οἱ Ἕλληνες ὅσο εἶναι ἑνωμένοι σέ μια ψυχή. Ἀπό τή στιγμή, πού μπαίνει ὁ Διάολος μέσα  σέ μερικούς ἀθλίους Πηλιο-Γούσηδες, τά πράγματα ἀλλάζουν. Καί, δυστυχῶς, δέν ἔλειψαν οἱ μικρόψυχοι, ἐγωϊστές, ἀρχομανεῖς, πού μπῆκε ὁ διάολος μέσα τους καί θέλησαν, πρίν ἀκόμη καλά-καλά ἐλεθερωθοῦμε, νά ἀμαυρώσουν τόν τίμιον ἀγῶνα καί νά  πάρουν τήν ἐξουσία, συνθηκολογῶντας μέ τούς ξένους, τούς ἐχθρούς τῆς Πατρίδος.
Μέ πικρία ἀναφέρεται ὁ πιστός καί φιλόπατρις Κολοκοτρώνης, σ’ αὐτή τήν πληγή τῆς Φυλῆς, στή διχόνοια, καί λέγει:





«Καί ἀναμφιβόλως τοῦ Κυβερνήτου εἰς τές ἡμέρες (ἐννοεῖ τοῦ Καποδίστρια) ἤθελαν στοιχειωθεῖ θεμέλια Ἑλληνικῆς καλοζωῒας μακρόβια, ἄν ἡ διχόνοια, παλαιό ἁμάρτημα καί βλάβη θανατηφόρα τῆς φυλῆς μας δέν ἔχυνε εἰς τόν τόπον τά μαῦρα της φίδια» (Ἀπομνημ. σελ. 280).
Στή διχόνοια, πού τυραννεῖ τόν νοῦν μερικῶν Γραικύλων, ἀναφέρεται καί ὁ Διον. Σολωμός στόν Ὕμνον εἰς τήν Ἐλευθερίαν (144-145):
«Ἡ διχόνοια πού βαστάει
Ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερή·
Καθενός χαμογελάει,
Πάρτο, λέγοντας καί σύ».

Καί τό σκῆπτρο, πού σᾶς δείχνει
Ἔχ’ ἀλήθεια ὡραία θωριά·
Μήν τό πιάστε, γιατί ῥίχνει
Εἰσέ δάκρυα θλιβερά».
Ἀλλά δόξα τῷ Θεῷ δέ μπόρεσε αὐτή ἡ Ὄχιά, ἡ διχόνοια νά χράνῃ τίς ἅγιες Μορφές τῶν Ἡρώων τοῦ Εἰκοσιένα, διακρίθηκαν διά τήν Πίστι τους καί τήν ἀνυπόκριτη, τήν ἀνιδιοτελῆ καί θυσιαστική ἀγάπη τους στήν Πατρίδα. Ἐνδεικτικά ἀναφέρω μερικές ἀπό τίς ἱερές μορφές, πού δεσπόζουν στήν ψυχή μας ὅπως π.χ.  οἱ Μορφές τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Καραϊσκάκη, τοῦ Μπότσαρη,  τοῦ Μακρυγιάννη, τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ καί πολλῶν ἄλλων ἁγίων Ἡρώων.
Πῶς θά μπορέσουν, οἱ σημερινοί «μιζαδόροι», νά σταθοῦν μπροστά στίς θυσίες καί τή φιλοπατρία τοῦ Κανάρη;

Ξεχνιέται ὁ Μιαούλης, οἱ ἀγῶνες καί οἱ θυσίες του γιά τή Λευτεριά;

 Μπορεῖ κανείς τίμιος νά λησμονήσῃ  τήν προσφορά τῆς Μπουμπουλίνας καί τῆς Μαντώς Μαυρογένους, στόν ἀγῶνα, γιά τή Λευτεριά τῆς Πατρίδος;



Γιατί ἀπηγχονίσθησαν ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄, καί ὁ
ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης καί γιατί ἀποτρόπαια κατακρεουργήθηκαν τόσοι ἄλλοι ἀγωνιστές;


Διδάσκονται σήμερα στά Σχολεῖα μας τά ἀνδραγαθήματα τῶν  ἱερῶν αὐτῶν Μορφῶν; Διδάσκεται ἡ Πίστις στό Θεό καί ἡ ἀγάπη στήν Πατρίδα, μέσα ἀπό τά βιβλία, πού ὥπλισαν μέ θάρρος καί ἀνδρεία τούς ἀγωνιστές τῆς Λευτεριᾶς μας; Ἤ μήπως διαστρέφοντες τήν ἔνδοξη Ἱστορία τῆς Ρωμιοσύνης διδάσκουμε στά παιδιά μας τό Κοράνιο τοῦ μίσους και προπαγανδίζουμε τό σοδομισμό, μέ τίς ἔμφυλες ταυτότητες, στήν προεφηβεία;
Τί κρύβεται πίσω ἀπό ὅλα αὐτά, πού συμβαίνουν σήμερα στήν Πατρίδα μας; Latet anguis in herba(κρύπτεται Ὄφις ὑπό τόν χόρτον).
 Εἶναι καιρός νά ξυπνήσουμε ὅλοι, κυρίως δέ οἱ Νέοι καί οἱ Νέες μας, μπροστά στήν ἄβυσσο, πού ἀνοίγουν μπροστά στά μάτια μας οἱ ἐχθροί τῆς Πατρίδος.




Εἶναι καιρός νά  κλείσουμε στήν καρδιά μας  ἐκεῖνες τίς ἅγιες Μορφές τῶν ἀγωνιστῶν, πού πολέμησαν
γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν ἁγία
καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερία».
Εἶναι καιρός  σήμερα, στή διπλῆ Γιορτή, τήν Ἡμέρα  τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί ἡμέρα τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Γενους ἀπό τόν Τουρκικό ζυγό, νά διακηρύξουμε σέ ὅλους τούς ἐχθρούς μας, μαζί μέ τόν ἐθνικό μας ποιητή ὅτι ἕχουμε μέσα στήν καρδιά μας τό Χριστό καί τήν Ἑλλάδα, καί ὅτι καμμιά δύναμις δέν θά μπορέσῃ νά ξεριζώση ἀπό μέσα μας τά ἱερά αὐτά τῆς Ρωμιοσύνης (Ὕμνος εἰς τήν Ἐλευθερία 97-98):
«Σήμερ’ ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
Ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».
«Αὐτός λέγει... ἀφογκρασθῆτε·
Ἐγώ εἶμ’ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·
Πέστε· ποῦ θ’ ἀποκρυφθῆτε
Ἐσεῖς ὅλοι, ἄν ὀργισθῶ
Εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουν ὅλοι ὅτι εἶναι μαζί μας ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. στ΄ 2) καί ὅτι «αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄ Ἰωάν. ε΄ 4).
Αὐτή ἡ ὀρθόδοξος Πίστις ἐνίκησε καί τό 1821 καί αὐτό κανείς μας δέν ἐπιτρέπεται νά τό ξεχνάει. Ἀντίθετα ὀφείλουμε νά ἀντλοῦμε θάρρος  ἀπό τήν Πίστι μας καί νά συνεχίζουμε τόν ἀγῶνα μέ τή βεβαιότητα τής νίκης μας «ἐν Χριστῷ».




Ὁ ἐθνικός μας ποιητής Κωστῆς Παλαμᾶς λέγει:
«Τοῦτο τό λόγο θά σᾶς πῶ
δέν ἔχω ἄλλο κανένα
μεθῦστε μέ τ’ ἀθάνατο
κρασί τοῦ Εἰκοσιένα».


π.Στέφανος Πουλῆς newanapalmoi.blogspot.gr

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Ελευθερία ή θάνατος !

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ἤ ΘΑΝΑΤΟΣ»

Ἡ ἐλευθερία εἶναι δῶρον Θεοῦ στον ἄνθρωπον

Χθές μέ εἶδες ἱδρωμένο καί μέ ρώτησες, «γιατί;»
κι’ ἐγώ, στενοχωρημένος, σοῦ ἀπάντησα εὐθύς:

«Τῶν ἀνθρώπων τό κατάντημα μέ θλίβει καί ἱδρώνω ἀπό ντροπή».
Ἡ ζωή μας εἶναι «ὕβρις» στό Δημιουργό.


Τί σκέψεις καί τί λόγια ξεστομίζουμε, χωρίς ντροπή; Οἱ λογισμοί μας πονηροί, οἱ φαντασίες μας ἀπρεπεῖς, τά λόγια μας στάζουν φαρμάκι καί οἱ πράξεις μας; Πράξεις ἄδικες, πράξεις μίσους.


Μετουσιώσαμε τόν Παράδεισο σέ «χοιροστάσι».
Μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός μικρούς θεούς, μέ νοῦν καί ἐλευθερίαν, κι’ ἐμεῖς δέν νοιώσαμε τήν τιμήν καί γίναμε χειρότεροι ἀπό τά ἀνόητα, τά ἄλογα ζῶα. Ἀποκτηνωθήκαμε. Στήν πρᾶξι στρέφει ὁ Μανασῆς καί τρώγει τίς σάρκες του, κατεσθίει τόν ἀδελφό του (πρβλ. Δ΄ Βασιλ. κα΄ 16).
Ὁ Πανάγαθος Θεός μᾶς  χάρισε «νοῦν», γιά νά διακρίνουμε καί νά ξεχωρίζουμε τό Καλόν ἀπό τό Κακόν, τήν ζωήν ἀπό τόν Θάνατο, τό πῦρ ἀπό τό ὕδωρ. Μᾶς ἐχάρισε δέ καί «ἐλευθερίαν», ὥστε νά μποροῦμε νά διαλέξουμε. Κι’ ἐμεῖς, δυστυχῶς, κάνουμε κακή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆ ἐλευθερίας, καί ἔτσι κάνουμε τή ζωή μας «κόλασι». Καί αὐτό, πού λέω, δέν εἶναι ὑπερβολή.
Εἶναι κοινή διαπίστωσις.
Ὁ Θεός ὡς παντοδύναμος μπορεῖ νά μᾶς ἐξαναγκάσῃ νά κάνουμε καλή χρῆσι τῆς ἐλευθερίας, πού μᾶς χάρισε. Ὅμως ὡς Πανάγαθος δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Θέλει νά φθάσουμε ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα εἰς τό καθ’ ὀμοίωσιν», μέ τή θέλησί μας. Θέλει νά γίνουμε συνεργάτες Του στή δημιουργία, ὥστε νά νοιώσουμε καί  τή χαρά τῆς δημιουργίας. Ἡ ἐλευθερία εἶναι θεῖον δῶρον τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπον. Εἶναι «δόσις ἀγαθή καί δώρημα τέλειον».
Πότε θά κατανοήσουμε τήν τιμήν; Πότε θά  συνειδητοποιήσουμε τήν ἀξία τῆς ἐλευθερίας στή ζωή μας; Πότε θά καταλάβουμε ὅτι ἡ πραγματική ἐλευθερία, δέν ἔχει ἀπολύτως καμμιά σχέσι μέ τήν ἀσυδοσία;


Εἶναι καιρός νά ἔλθῃ κάθε ἄνθρωπος «εἰς ἑαυτόν». Νά ἔλθουμε ὅλοι μας εἰς ἐπαφήν μέ τήν πραγματικότητα. Νά ἐννοήσουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία μας ἔχει ὅρια, τήν ἐλευθερίαν τῶν ἄλλων. Ὁ καθένας, δηλαδή, μπορεῖ νά κάνῃ ὅ,τι δέν βλάπτει τόν ἄλλον. Ὁ καθένας ὀφείλει νά συλλειτουργῇ ἐποικοδομητικά μέσα στό κοινωνικό σύνολον.
Δέν ἐπιτρέπεται ὁ ἕνας νά ἐκμεταλλεύεται τήν ἀδυναμία ἤ τήν κουφότητα τοῦ ἄλλου. Ὀφείλει ὁ ἕνας νά στηρίζῃ τόν ἄλλον.
Ὁ ἁπόστολος Παῦλος λέγει:
«Μείνετε στερεοί  σεβαστῆτε τήν ἐλευθερίαν, πού
σᾶς  χάρισε ὁ Χριστός καί μή ὑποκύπτετε πάλιν εἰς ζυγόν δουλείας... Σεῖς ἔχετε κληθῆ ἀπό τόν Κύριον, γιά νά εἶσθε ἐλεύθεροι ἀπό κάθε δουλείαν. Μόνον προσέξατε, μήπως ἐκλάβετε τήν ἐλευθερίαν ὡς πρόφασιν, γιά νά ζῆτε σύμφωνα μέ τίς ἐπιθυμίες τῆς σαρκός. Ὀφείλετε νά ἀποφεύγετε τήν ἁμαρτωλή διαγωγή καί μέ  γνήσια ἀγάπη νά ὑπηρετῆτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ἄλλωστε ὅλος ὁ Νόμος συνοψίζεται σέ μια φρᾶσι· στό νά ἀγαπήσῃς  τόν πλησίον σου σάν τόν ἑαυτόν σου. Εἰ δέ ἀλλήλων δάκνετε καί κατεσθίετε, βλέπετε μή ὑπό ἀλλήλων ἀναλωθῆτε. Δηλαδή, ἄν δαγκώνετε  καί τρῶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, προσέξτε μήπως ἀλληλοεξοντωθῆτε καί ἀφανισθῆτε μεταξύ σας (Γαλάτ. ε΄ 1-13).
Ἄν ἐξετάσουμε προσεκτικά σήμερα τή ζωή τῆς ἀνθρωπότητος , θά διαπιστώσουμε ὅτι βαδίζουμε ὁλοταχῶς στήν αὐτοκαταστροφή μας. Κι’ αὐτό, γιατί δέν κάνουμε καλή χρῆσι τῶν θείων δώρων, τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας. Γιατί θεριεύουν τά βρωμερά Πάθη μέσα μας καί λειτουργοῦμε στή ζωή μας σάν ἄγρια, σαρκοφάγα ζῶα. Ἔχουμε ξεφύγει ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἀρνούμαστε τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν καί λατρεύουμε τά Εἴδωλα, ἀργύριον καί χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων. Ὑψώσαμε σέ Θεότητα τό Βόρβορο.























Τόν Ἐγωϊσμό, τήν ὑπερηφάνια, τήν ἀλαζονία, τόν Πανσεξουαλισμό  τήν Ψευτιά, τήν Ὑποκρισία καί πᾶν φαῦλον πρᾶγμα. Δέν κάνουμε καλή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας μας. Δέν ἐκλέγουμε τή ζωή, ἀλλά τό Θάνατο. Παραμένουμε «δέσμιοι τῆς γῆς» (Θρῆνοι γ΄ 34), «δέσμιοι σκότους καί  μακρᾶς πεδῆται νυκτός»
(Σοφ. Σολομ. ιζ΄ 2), δηλαδή δέσμιοι τοῦ σκότους καί αἰχμάλωτοι μακρᾶς, παρατεταμένης νυκτός.
Παραμένουμε, μέ τή θέλησί μας, κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου.
Ἄν θέλουμε, μποροῦμε νά ξεφύγουμε ἀπό τήν ὑποδούλωσι στά βρωμερά μας πάθη, κάνοντας καλή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας μας.




Ὁ Χριστός μέ τή Σταυρική Του θυσία καί τήν Ἀνάστασί Του καταργεῖ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστι τόν διάβολον, καί ἔτσι μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Κύριος  ἀπαλλάσσει  καί ἐλευθερώνει
ὅλους ἐκείνους, πού ὁ φόβος  τοῦ θανάτου τούς εἶχε καταδικάσει νά εἶναι δοῦλοι τῆς ἀγωνίας  καί τοῦ φόβου τοῦ θανάτου σέ ὅλη τους τή ζωή (πρβλ. Ἑβρ. β΄ 14-15). Δυστυχῶς ὅμως ἐμεῖς ἐμμένουμε τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ καί καθοδηγοῦμε καί τά παιδιά μας στήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό τό Θεό, στήν ὑποδούλωσι τῶν βρωμερῶν μας παθῶν.
Δέν εἶναι καιρός νά ξεφύγουμε ἀπό τήν Ὀδύνη, πού γεννᾶ στήν ψυχή καί τή ζωή μας ἡ ὑποδούλωσι στά Πάθη καί τίς κακίες, καί νά ἀποτινάξουμε τόν ζυγόν τόν τῆς ἁμαρτίας;
Δέν εἶναι καιρός νά χαροῦμε τήν ἐλευθερίαν, πού
μᾶς χάρισεν ὁ Θεός, παραμένοντας πραγματικά ἐλεύθεροι;
Δέν εἶναι καιρός νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τά χαμηλά πάθη καί τίς κακίες μας καί νά ἀγκαλιάσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον μέ γνήσια ἀγάπη καί καλωσύνη;
Ὁ Κύριος δέν θέλει νά ζοῦμε σ' αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία, τόν καιρόν τῆς μετανοίας,   σάν  «ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη» (Ματθ.η΄30),
ἀλλά ἐπιθυμεῖ νά εἴμαστε μεταξύ μας μέ τή δική Του γνήσια ἀγάπη ἄρρηκτα   ἑνωμένοι, ὡς «κοινωνία προσώπων», «κοινωνία Ἁγίων».
Ὁ Θεός  δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Μακροθυμεῖ καί περιμένει νά μετανοήσουμε  νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά ἐγκολπωθοῦμε τή γνήσια ἀγάπη Του καί εἴμαστε  ἑνωμένοι μαζί Του, ἐν τῇ ἀγάπῃ,«ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὀ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 16).

π.Στέφανος Πουλῆς newanapalmoi.blogspot.gr

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Εάν θέλης.

 ΕΑΝ ΘΕΛῌΣ...

ΜΠΟΡΕΙΣ
νά τροποποιήσῃς τήν προβληματική σου συμπεριφορά, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ.

Πολλές φορές ὁ ἄνθρωπος σ’ αὐτή τήν παροικία,
σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄχαρη κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος, «δέσμιος τῆς γῆς», ὁλόψυχα λατρεύει τήν Κακία.
Κυριεύεται ὁλότελα ἀπό τά αἰσχρά, τά βρωμερά του Πάθη.  Ἁρνεῖται τόν ἀληθινόν Θεόν  καί, ἀνερυθρίαστα,  γυρίζει πίσω στίς τρῶγλες καί τά σπήλαια, στήν ἔσχατη ἐξαθλίωσι, στό  βέβαιο χαμό, στήν ἀπαξίωσι ὅλων τῶν Ἀξιῶν.
Ὑψώνει σέ Θεότητα τό Βόρβορο, τή λάσπη.
Προσκυνᾶ, σάν θεό, τόν κροκόδειλο, τή βροντή,
καί τό τσουνάμι, τό Βάκχο ἤ τήν Ἀφροδίτη, τήν
κακοποίησι τοῦ Σέξ καί κάθε διαστροφή. Προσκυνᾶ «τά δαιμόνια καί τά εἴδωλα, τά χρυσᾶ καί τά  ἀργυρά, καί τά χαλκᾶ καί τά λίθινα  καί τά ξύλινα ἅ οὔτε βλέπειν δύνανται οὔτε ἀκούειν οὔτε περιπατεῖν,  γιατί εἶναι ἄψυχα, ἀναίσθητα, νεκρά (πρβλ. Ἀποκ. θ΄ 20). Βυθίζετ’ εἰς «ἰλύν βυθοῦ», σέ βοῦρκο ἀπογνώσεως καί ἀπελπισίας. Πραγματικά ὁ ἄνθρωπος, «ἡμιθανής»,  πειράζεται καί, πρίν νά εἶναι ἀργά, ἀνάγκη νά ἀνανήψῃ.  



Εἶναι καιρός ὅλοι νά ξαναβροῦμε τήν πίστι μας στόν ἀληθινό Θεό, καί νά παλαίψουμε, μέ τόν ἀόρατο καί δόλιο ἐχθρό, τόν ἀντίδικό μας Διάβολο, πού, «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8), καί  πού, μεθοδικά, μᾶς σιγοψυθιρίζει:
Ὁ κατήφορος πού πήρατε δέν ἔχει ἐπιστροφή.
Κανείς δέν μπορεῖ νά σᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τό Βοῦρκο, μέσα στόν ὁποῖον ἔχετε βυθισθῇ.
Τά πλήθη τῶν ἁμαρτιῶν σας καί τῶν βρωμερῶν
Παθῶν σας, δέν συγχωροῦνται, δέν θεραπεύονται.
Προσπαθεῖ ὁ Πονηρός,   Ψιθυριστής, νά μᾶς φέρει σέ ἀπόγνωσι καί ἀπελπισία καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.
Μᾶς ἐξαπατᾷ «ὁ λαοπλανής» «εἰς ἀπόγνωσιν
συνωθῶν». Ἐμεῖς, λέγει ὁ Ἅγιος Μακάριος, ὅμως
ἔχουμε «τάς τοῦ Θεοῦ διαβεβαιώσεις ἐγγράφους».
Ὁ Κύριος μᾶς λέγει ὅτι « Οὐ βούλομαι τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τό ἐπιστρέψαι διά μετανοίας καί ζῆν αὐτόν» (Ἰεζ. 33,11.ΒΕΠΕΣ 42,237,15 ἑξ.).



Θά πρέπει νά σημειώσω ἐδῶ καί τούς συνεργάτες τοῦ Διαβόλου, πού δέν βλέπουν τά δικά τους αἰσχρά πάθη καί ἀσχολοῦνται μέ τά πάθη τῶν ἄλλων. Κρίνουν δέ καί κατακρίνουν, οἱ Φαρισαῖοι   καί περιθωριοποιοῦν τούς συνανθρώπους τους, χωρίς οἶκτο, μέ φοβερή ἀναλγησία, χωρίς ἔλεος, καί τούς Ὀδηγοῦν στήν ἀπόγνωσι.
Ὁ Κύριος. ὁ μοναδικός Κριτής, προστάσσει:
«Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε» (Ματθ. ζ΄ 1).
  Παῦλος λέγει ὅτι Θἆναι ἀναπολόγητος, αὐτός πού κρίνει τούς ἄλλους. Διότι μέ τό νά κατακρίνῃς τόν
ἄλλον, καταδικάζεις τόν ἐαυτόν σου. Τά γάρ αὐτά πράσσεις ὁ κρίνων» (Ρωμ. β΄ 1).
Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε ὅλοι ὅτι εἴμαστε  ἀδύναμοι ἄνθρωποι, ὁμοιοπαθεῖς, καί οἱ πιο πολλοί ἀπό μᾶς κυριευόμαστε ἀπό τά βρωμερά μας πάθη, καί ὅχι μόνον δέν συναισθανόμαστε τήν ἁμαρτωλότητά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί καυχόμαστε γι’ αὐτά, φθάνοντας στά ὅρια τῆς ἀναισχυντίας, νά θεωροῦμε τήν κάθε διαστροφή, τήν κάθε μας ἀρρώστια, ψυχική ἤ σωματική,  σεβαστή ἰδιαιτερότητα. Ἡ διαπίστωσις αὐτή προκαλεῖ, σέ κάθε συνετό, σέ κάθε σκεπτόμενο ἄνθρωπο, πικρία. Καί αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη, ἀπό τή θέσι αὐτή, ὄχι νά κρίνω, ἀλλά διακηρύξω ὅτι ἡ κάθε διαστροφή, τό κάθε σαρκικό πάθος, δέν εἶναι ἰδιαιτερότητα, εἶναι ἀρρώστια καί χρήζει θεραπείας.Ὅπως π.χ. ὁ καρκῖνος εἶναι  θανατηφόρα ἀρρώστια, ἔτσι καί τό κάπνισμα, ὁ ἐθισμός  στά Ναρκωτικά, ὁ ἀλκοολισμός, ὁ Σοδομισμός, ἡ παιδεραστία, ἡ ἀρσενοκοιτία, ἡ ὑποκρισία, ὁ Φαρισαϊσμός, ἡ πλεονεξία, ἡ φιλαρέσκεια, ἡ μνησικακία καί γενικά ὅλα τά χαμηλά, τά βρωμερά μας Πάθη, εἶναι ἀρρώστιες. Καί εἶναι ἀνάγκη νά φροντίσουμε, μέ τά κατάλληλα φάρμακα νά τίς θεραπεύσουμε.
Οἱ ἀρρώστιες αὐτές δέν θεραπεύονται μέ ἀφορισμούς καί κατάρες καί μέ ποικίλους χαρακτηρισμούς. Θεραπεύονται μέ γνήσια,τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί στόν ὁμοιοπαθῆ συνάνθρωπό μας. Τά πάθη θεραπεύονται μέ προσοχή, μέ προσευχή καί ἄσκησι. Πολλές φορές χρειάζεται νά γδάρουμε τό πετσί μας, νά ματώσουμε, γιά νά νικήσουμε τό Πάθος, πού μᾶς βασανίζει καί νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό αὐτό.
Χρειάζεται Πίστις στό Χριστό.


ΑΝ  ΘΕΛῌΣ,
ΜΠΟΡΕΙΣ, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, μέ τή θεία συμμαχία, νά παλέψῃς, νά ἀγωνισθῇς σκληρά καί νά νικήσῃς τό ψυχοσωματικό σου πάθος. Τότε θά νοιώσῃς πραγματικά ἐλεύθερος.

ΕΑΝ  ΘΕΛῌΣ, ΜΠΟΡΕΙΣ.

                     «ὀλιγόπιστε εἰς τί ἐδίστασας;»

Ὁ Χριστός εἶναι ἄπειρη Εὐσπλαγχνία. Δέν μᾶς κρίνει. Ἔρχεται νά μᾶς ἀνασύρει ἀπό τήν ἰλύν βυθοῦ, εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τόπον ἀναψυχῆς.
Μᾶς πλησιάζει μέ τρυφερότητα καί ἀγάπη, ὅποιοι
κι’ ἄν εἴμαστε, ὅ, τι κι’ ἄν κάνουμε. Θέλει νά μᾶς λυτρώσῃ, νά μᾶς θεραπεύσῃ, νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό κάθε μορφή δουλείας. Εἶναι ἄπειρον Ἔλεος, Οικτίρμων  καί Εὔσπλαγχνος.
Ἔρχεται ἐκεῖ, ὅπου βρισκόμαστε καί ἵσταται ἐπί τήν θύραν καί κρούει. Περιμένει νά ἀκούσουμε τή φωνή Του καί νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας. Μακροθυμεῖ. Ἀνοίγει τίς Πύλες τοῦ Οὐρανοῦ, τίς Πύλες τῆς πατρικῆς ἑστίας.

ΑΝ  ΘΕΛῌΣ, ΜΠΟΡΕΙΣ νά ἔλθῃς εἰς ἑαυτόν, νά ἀφήσῃς τό Χοιροστάσι καί τά «ξυλοκέρατα» τῆς
ἀποστασίας, καί, εἰλικρινά μετανοιωμένος, νά βρῇς τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς καί νά εἰσέλθῃς στήν Πατρική Ἑστία, νά γευθῇς «τόν μόσχον τόν σιτευτόν». Καί νά ξέρῃς ὅτι γίνεται μεγάλη χαρά στόν οὐρανό ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι (Λουκ. ιε΄10). Ἐάν θέλῃς, μπορεῖς νά ἀπαλλαγῇς ἀπό τά πάθη, νά ἐλευθερωθῇς, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἀρκεῖ νά εἰσέλθῃς εἰς τό στάδιον τῶν  ἀρετῶν καί νά παλέψῃς νόμιμα.
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ στόν ὄμορφο πνευματικό ἀγῶνα. Μᾶς καλεῖ νά θριαμβεύσουμε πάνω στό Κακό.
«Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγῶνα».
Ἐκεῖνοι, πού θέλουν νά γυμνασθοῦν πνευματικά καί, στήν πάλη τους μέ τό Κακόν καί τήν ἁμαρτίαν, νά νικήσουν καί νά θεραπεύσουν τά πάθη τους καί  τίς  ψυχικές καί σωματικές τους ἀρρώστιες, ἄς προετοιμάζουν σωστά τήν ψυχή τους, ἄς προπαρασκευάζωνται (ἀναζωσάμενοι) μέ τόν καλόν ἀγῶνα τῆς θεαρέστου νηστείας.
Εἶναι βέβαια αὐτονόητον ὅτι νηστεία εὐπρόσδεκτη ἀπό τό Θεό, νηστεία ἀληθινή, πού θά μᾶς βοηθήσῃ νά νικήσουμε τά Πάθη, νά θεραπεύσουμε τίς ἀρρώστιες, δέν εἶναι ἡ ἀλλαγή τῶν τροφῶν, ἀλλά ὁ πνευματικός ἀγῶνας, γιά τήν ἀπαλλαγή μας, γιά τήν ἀποχή μας ἀπό τό Κακόν καί τήν ἁμαρτία. Νηστεία δεκτή εἶναι ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις.
Ὁ ἱερός ὐμνωδός μᾶς τονίζει ὅτι ὁ εἰσερχόμενος, μέ τή θέλησί του, εἰς τό στάδιον τῶν ἀρετῶν, ὀφείλει νά ἀθλῆται νομίμως , γιά νά στεφανωθῇ δικαίως. Δηλαδή, ὀφείλει νά τηρῇ τούς κανόνες τῆς ἀθλήσεως. Δέν μπορεῖ δηλαδή νά νηστεύῃ π.χ. τό λάδι καί νά ὑποκρίνεται, νά μισεῖ τούς συνανθρώπους του καί νά τούς κατακρίνῃ, ὅπως ἐπίσης δέν μπορεῖ νά ἀποδεκατεῖ  τό ὑδύοσμον καί τό ἄνηθον καί τό κύμινον καί νά ἀφήνῃ τά βαρύτερα τοῦ νόμου, τή δίκαιη κρίσι καί τήν εὐσπλαγχνία καί τιμιότητα (παρβλ. Ματθ. κγ΄23). Αὐτός πού ἀθλῆται νομίμως καί νηστεύει σωστά, δέν μπορεῖ νά προδίδῃ καί νά σταυρώνῃ τό Χριστό καί νά νομίζῃ ὅτι θά ἁγιάσῃ ἐπειδή δέν ἔφαγε ψάρι καί ἔφαγε καλαμάρια.



Ὁ ὑμνωδός μᾶς καλεῖ νά ἀναλάβουμε τήν πανοπλία τοῦ Σταυροῦ, νά μιμηθοῦμε τό Χριστό, νά ἀγαπήσουμε τό Θεό καί τόν πλησίον, γενόμενοι ὑπήκοοι μέχρι θανάτου, γιά νά μπορέσουμε νά ἀντιπαραταχθοῦμε, νά πολεμήσουμε καί νά νικήσουμε  τόν παμπόνηρο ἔχθρό, πού φωλιάζει, μέ κάποιο πάθος, μέσα μας καί θανατώνει τήν ψυχή μας. Πρός τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νά πιστεύουμε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας στό Χριστό καί στόν ἀγῶνα μας μέ τό Κακόν νά ἔχουμε σάν ἄρρηκτον, ἀράγιστο τεῖχος τή θερμή πίστι καί σάν θώρακα τήν προσευχή καί περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην. Στόν πνευματικό μας ἀγῶνα, γιά τήν
ἀπαλλαγή μας ἀπό τά Πάθη μας, ἀντί για πολεμικό μαχαίρι, νά ἀναλάβωμεν τήν ἀληθινήν νηστείαν, πού εἶναι ἡ μίμησις τοῦ Χριστοῦ σέ ὄλα. Εἶναι πλέον ἤ βέβαιον ὅτι αὐτή, ἡ ἀληθινή νηστεία, ξεριζώνει μέσ’ ἀπό τήν καρδιά μας κάθε κακία. Αὐτή ἡ νηστεία ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν.
Αὐτός πού πραγματικά ἀθλῆται κατ’ αὐτόν τόν νόμιμον τρόπον, αὐτός δηλαδή πού πιστεύει καί προσεύχεται καί καθαρίζει τήν ψυχή του μέ ἐλεημοσύνες, «Αὐτός, πού μιμεῖται τόν Χριστόν κι’ ἀκολουθεῖ πιστά τά ματωμένα Χνάρια Του, ὁ ποιῶν ταῦτα, τόν ἀληθινόν κομίζεται στέφανον, ἀπό τόν ἴδιο τόν παμβασιλέα Χριστόν κατά τήν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως». Αὐτός εἰσέρχεται στό στάδιο καί ἀθλεῖται νόμιμα. Αὐτός , μέ τή Χάρι τοῦ Χριστοῦ, ἐλευθερώνεται ἀπό τά πάθη. Αὐτός ἀπό τώρα νοιώθει τή Χαρά τοῦ Οὐρανοῦ καί δοξάζει τόν Ἐλευθερωτή, στόν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

π.Στέφανος Πουλῆς newanapalmoi.blogspot.gr